Μετάφραση του "wahr" σε Ελληνικά

Οι αληθινός, πιστός, αλήθεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wahr" σε Ελληνικά.

wahr adjective γραμματική

ungelogen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αληθινός

    adjective masculine

    Mein einzig wahrer Freund war ein afrikanischer Elefantenbulle.

    O μόνος αληθινός μου φίλος ήταν ένας αφρικάνικος ελέφαντας.

  • πιστός

    adjective

    Nun, es befindet sich kein wahrer Gläubiger auf dieser Liste.

    Φοβάμαι πως δεν υπάρχει ούτε ένας αληθινός πιστός σ'αυτή τη λίστα.

  • αλήθεια

    noun feminine

    Sag mir bitte, dass das nicht wahr ist!

    Σε παρακαλώ, πες μου ότι δεν είναι αλήθεια αυτό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πραγματικός
    • αληθής
    • ακριβής
    • βέρος
    • νόμιμος
    • γνήσιος
    • αυθεντικός
    • πιστή
    • σωστός
    • ορθός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wahr " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "wahr" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wahr" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη