Μετάφραση του "wallen" σε Ελληνικά
Οι κοχλάζω, κυμαίνομαι, κυματίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wallen" σε Ελληνικά.
wallen
Verb
verb
γραμματική
-
κοχλάζω
Das mit „wallen“ übersetzte hebräische Verb bedeutet „überschäumen“ oder „brodeln“.
Το εβραϊκό ρήμα που μεταφράζεται «έχει διεγερθεί» αρχικά σήμαινε «κοχλάζω», «βράζω».
-
κυμαίνομαι
-
κυματίζω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wallen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Wallen
Noun
noun
γραμματική
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"Wallen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Wallen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη