Μετάφραση του "wandern" σε Ελληνικά

Οι περπατώ, βαδίζω, κάνω πεζοπορία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wandern" σε Ελληνικά.

wandern verb γραμματική

Sich ohne Ziel fortbewegen.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • περπατώ

    verb

    Das Fett der Menschen wurde lebendig und wandert nun durch die Straßen.

    Το λίπος των ανθρώπων έχει ζωντανέψει και περπατάει στους δρόμους.

  • βαδίζω

    verb

    Und ob ich schon wanderte im finsteren Tal, fürchte ich kein Unglück.

    Ακόμη και αν βαδίζω στην κοιλάδα της σκιάς και του θανάτου δεν αισθάνομαι το κακό.

  • κάνω πεζοπορία

    Anscheinend wurde er von einem wilden Hund gebissen, als er in den Wäldern wanderte.

    Απ'ό, τι φαίνεται, τον δάγκωσε σκύλος όταν έκανε πεζοπορία στο δάσος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κινούμαι
    • οδοιπορώ
    • περιαγωγή
    • πλανιέμαι
    • τριγυρίζω
    • αποδημώ
    • πεζοπορώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wandern " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Wandern Noun γραμματική

Fische

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πεζοπορία

    Mein Dad nahm mich früher immer zum Wandern dorthin mit.

    Ο μπαμπάς μου με πήγαινε εκεί για πεζοπορία συνέχεια.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wandern" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη