Μετάφραση του "wc" σε Ελληνικά

Οι wc, τουαλέτα, τουαλέτα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wc" σε Ελληνικά.

wc
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • wc

    εντολή των Unix-οειδών λειτουργικών συστημάτων

    Madam, dürfte ich jetzt so frei sein, nach Ihrem WC zu fragen?

    Και τώρα αν μπορώ να γίνω ευθύς, κυρία μου, και να σας ρωτήσω που βρίσκεται το WC σας.

  • τουαλέτα

    noun feminine

    Falls Sie das WC suchen, es ist unten.

    Αν γυρεύεις την τουαλέτα, κατέβα ξανά τις σκάλες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wc " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

WC noun neuter γραμματική

Örtchen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • τουαλέτα

    noun feminine

    Kloset [..]

    Falls Sie das WC suchen, es ist unten.

    Αν γυρεύεις την τουαλέτα, κατέβα ξανά τις σκάλες.

  • αποχωρητήριο

    noun neuter

    Ein Raum oder Gebäude, der oder das mit einer oder mehreren Toiletten ausgestattet ist.

    WC oder Ausstattung nach der vom Hersteller zur Verfügung gestellten Montageanleitung zusammenbauen.

    Εγκαταστήστε το αποχωρητήριο με καταιονισμό νερού ή τον εξοπλισμό ακολουθώντας τις οδηγίες συναρμολόγησης του κατασκευαστή.

  • μπάνιο

    noun neuter

    Ein Raum oder Gebäude, der oder das mit einer oder mehreren Toiletten ausgestattet ist.

    Als wir nach Hause kamen, ist er aufs WC gegangen.

    Όταν πήγαμε σπίτι τον βρήκα στο μπάνιο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • WC
    • λουτρό
    • απόπατος
    • αφοδευτήριο
    • καμπινές
    • λεκάνη τουαλέτας

Εικόνες με "wc"

Φράσεις παρόμοιες με "wc" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κωλόχαρτο · χαρτί τουαλέτας · χαρτί υγείας
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wc" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη