Μετάφραση του "weben" σε Ελληνικά

Οι υφαίνω, υφάνει, ύφανση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "weben" σε Ελληνικά.

weben verb γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • υφαίνω

    verb

    Ich kann weben, aber seitdem ich Rheuma in den Fingern habe...

    Ήξερα να υφαίνω, αλλά με τους ρευματισμούς...

  • υφάνει

    Sie will ihn reparieren und das Tuch weben.

    Θέλει να τον φτιάξει και να υφάνει ένα σεντόνι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " weben " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Weben Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ύφανση

    Das Weben war oft ein Familienprojekt, aber mancherorts schlossen sich auch ganze Dörfer in diesem Gewerbe zusammen.

    Η ύφανση ήταν συνήθως οικιακή δραστηριότητα, αλλά σε κάποια μέρη ολόκληρα χωριά ασχολούνταν με την υφαντική.

Εικόνες με "weben"

Φράσεις παρόμοιες με "weben" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "weben" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη