Μετάφραση του "weg" σε Ελληνικά

Οι μακριά, απόσταση, απών είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "weg" σε Ελληνικά.

weg adverb

wie weggeblasen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μακριά

    adverb

    Aber auch nie weit weg, wenn ein Mädchen verschwand.

    Δεν ήταν ποτέ μακριά όταν γινόντουσαν οι εξαφανίσεις.

  • απόσταση

    noun feminine

    Ein Mann hat es sich von so nah eingefangen, wie ich von euch weg stehe.

    Ένας την κόλησε σε απόσταση όσο είμαι τώρα εγώ με εσένα.

  • απών

    adjective masculine

    Seit du weg bist, spüre ich das Mystische etwas weniger.

    ... με εσένα απών, νιώθω λιγότερο το μυστικό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " weg " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Weg noun masculine γραμματική

Oft nicht ausgebaute Strecke, die zum Gehen und zum Fahren dient [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • οδός

    noun feminine

    Daher muß der diplomatische Weg überzeugend und bis zum Ende verfolgt werden.

    Έτσι η διπλωματική οδός πρέπει να εξεταστεί με προσήλωση, και έως τέλους.

  • δρόμος

    noun masculine

    Ich habe Tom auf dem Weg zur Schule getroffen.

    Συνάντησα τον Τομ στον δρόμο μου για το σχολείο.

  • μονοπάτι

    noun neuter

    Links gibt es einen geheimen Weg.

    Υπάρχει ένα μυστικό μονοπάτι στα αριστερά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διαδρομή
    • στράτα
    • μέσο
    • πορεία
    • τρόπος
    • ταξίδι
    • δίοδος
    • διάβαση
    • ροή

Εικόνες με "weg"

Φράσεις παρόμοιες με "weg" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "weg" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη