Μετάφραση του "weglaufen" σε Ελληνικά

Οι φεύγω, απομακρύνομαι τρέχοντας, δραπετεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "weglaufen" σε Ελληνικά.

weglaufen verb γραμματική

es (auf einmal) (sehr) eilig haben [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • φεύγω

    verb

    Ich hätte weglaufen können, aber ich habe mich entschieden, hierher zurückzukommen.

    Μπορούσα να φύγω, αλλά διάλεξα να έρθω εδώ.

  • απομακρύνομαι τρέχοντας

  • δραπετεύω

    verb

    Ich müsste von Panik ergriffen sein, weglaufen wollen oder so etwas.

    Νόμιζα ότι θα μ'έπιανε πανικός και ότι θα ήθελα να δραπετεύσω.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • το σκάω
    • φεύγω τρέχοντας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " weglaufen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Weglaufen Noun γραμματική
+ Προσθήκη

"Weglaufen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Weglaufen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "weglaufen"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "weglaufen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη