Μετάφραση του "wehe" σε Ελληνικά
Οι αλίμονο, πόνος, ωδίνες είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wehe" σε Ελληνικά.
wehe
interjection
verb
γραμματική
-
αλίμονο
interjectionUnd wehe, wenn jemand aus einer anderen Abteilung meine Anstrengungen lobte.
Και αλίμονο αν κάποιος σε άλλο τμήμα συνέχαιρε τις προσπάθειές σου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wehe " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Wehe
noun
neuter
feminine
γραμματική
Schmerzhafte, rhythmische Anspannung der Muskeln der Gebärmutter vor und während der Geburt.
-
πόνος
noun masculineEr wird ihr nicht wehtun, solange sie in den Wehen liegt.
Δεν θα την πειράξει ενώ την έχουν πιάσει οι πόνοι του τοκετού.
-
ωδίνες
Die Wehen setzten bei mir an einem Montagabend ein.
Οι ωδίνες του τοκετού μου άρχισαν το πρωί μιας Δευτέρας.
Εικόνες με "wehe"
Φράσεις παρόμοιες με "wehe" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
θλίψη · μαράζι · πίκρα · πόνος · σπαραγμός · συμφορά
-
Όταν φυσάει ο άνεμος
-
πονάει το κεφάλι μου
-
πονάει το κεφάλι μου
-
αγιάζι · αναπνοή · πνοή · φύσημα · ωδίνες
-
πονάω · υποφέρω
-
οίμοι
-
πονάει η κοιλιά μου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη