Μετάφραση του "wehe" σε Ελληνικά

Οι αλίμονο, πόνος, ωδίνες είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wehe" σε Ελληνικά.

wehe interjection verb γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλίμονο

    interjection

    Und wehe, wenn jemand aus einer anderen Abteilung meine Anstrengungen lobte.

    Και αλίμονο αν κάποιος σε άλλο τμήμα συνέχαιρε τις προσπάθειές σου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wehe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Wehe noun neuter feminine γραμματική

Schmerzhafte, rhythmische Anspannung der Muskeln der Gebärmutter vor und während der Geburt.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πόνος

    noun masculine

    Er wird ihr nicht wehtun, solange sie in den Wehen liegt.

    Δεν θα την πειράξει ενώ την έχουν πιάσει οι πόνοι του τοκετού.

  • ωδίνες

    Die Wehen setzten bei mir an einem Montagabend ein.

    Οι ωδίνες του τοκετού μου άρχισαν το πρωί μιας Δευτέρας.

Εικόνες με "wehe"

Φράσεις παρόμοιες με "wehe" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wehe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη