Μετάφραση του "weiblich" σε Ελληνικά
Οι θηλυκός, γυναικείος, γυναίκα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "weiblich" σε Ελληνικά.
Eigenschaften und Verhaltensweisen aufweisen, die als typisch für Frauen und Mädchen erachtet werden. [..]
-
θηλυκός
adjective masculineDem grammatischen Geschlecht Femininum angehörend.
Bei weiblichen Kontrollfischen sowie juvenilen männlichen und weiblichen Fischen zeigen sich keine Tuberkel (Jensen et al.
Οι θηλυκοί και οι νεαροί αρσενικοί μάρτυρες δεν παρουσιάζουν ανάπτυξη φυματίων (Jensen et al.
-
γυναικείος
adjective masculineIch erfuhr, dass die Zeremonie, an der ich teilgenommen hatte, als ich 13 Jahre war, weibliche Genitalverstümmelung genannt wurde.
Έμαθα ότι η τελετουργία την οποία υπέστην όταν ήμουν δεκατριών χρονών, ονομάζεται γυναικείος ακρωτηριασμός γεννητικών οργάνων.
-
γυναίκα
noun feminineπρόσωπο που είναι γυναίκα (χρήση με Property:P21 "φύλο")
Es gibt Untergruppen wie männlich und weiblich, aber offenbar sind wir nicht so einzigartig, wie wir gerne denken.
Υπάρχουν υποσύνολα ανδρών και γυναικών, αλλά προφανώς δεν είμαστε τόσο μοναδικοί όσο πιστεύουμε.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- θηλυκό
- θηλικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " weiblich " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "weiblich" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γυναικείο όνομα
-
Γενετήσιος ακρωτηριασμός γυναικών · γυναικεία περιτομή
-
γυναικείο εργατικό δυναμικό
-
μετανάστις
-
ευνούχος
-
θηλυκό
-
Θηλυκό · θηλυκό γένος
-
αφίδα · μελίγκρα