Μετάφραση του "weitsprung" σε Ελληνικά

Οι άλμα εις μήκος, Άλμα εις μήκος, άλμα εις μήκος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "weitsprung" σε Ελληνικά.

weitsprung
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • άλμα εις μήκος

    noun

    Ich war die einzige Frau, die am Weitsprung teilnehmen sollte.

    Ήμουν η μόνη γυναίκα που θα έκανε άλμα εις μήκος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " weitsprung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Weitsprung Noun noun masculine γραμματική

mit Anlauf

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Άλμα εις μήκος

    Leichtathletik-Disziplin

    Ich war die einzige Frau, die am Weitsprung teilnehmen sollte.

    Ήμουν η μόνη γυναίκα που θα έκανε άλμα εις μήκος.

  • άλμα εις μήκος

    Ich war die einzige Frau, die am Weitsprung teilnehmen sollte.

    Ήμουν η μόνη γυναίκα που θα έκανε άλμα εις μήκος.

Εικόνες με "weitsprung"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "weitsprung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη