Μετάφραση του "wesentlich" σε Ελληνικά

Οι αιθέριος, ουσιώδης, απαραίτητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wesentlich" σε Ελληνικά.

wesentlich adjective γραμματική

groß (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αιθέριος

    adjective
  • ουσιώδης

    noun masculine

    Eine gute, aufrechte Haltung ist wesentlich für eine gute Stimme.

    Μια καλή όρθια στάσις είναι ουσιώδης για να παράγεται μία καλή φωνή.

  • απαραίτητος

    adjective

    Es ist also ganz wesentlich, zwischen diesen verschiedenen Arten von Wettbewerbsverfälschungen zu unterscheiden.

    Ως εκ τούτου, θεωρείται απαραίτητος ο διαχωρισμός μεταξύ των διαφόρων μορφών στρεβλώσεων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ουσιαστικός
    • κατά πολύ
    • ουσιαστικά
    • πολύ
    • επιτακτικός
    • αρχικός
    • υλικά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wesentlich " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "wesentlich" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wesentlich" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη