Μετάφραση του "wiegen" σε Ελληνικά

Οι ζυγίζω, κυμαίνομαι, ζυγιάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wiegen" σε Ελληνικά.

wiegen verb γραμματική

auf die Waage bringen (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ζυγίζω

    verb noun

    Du bist leicht, und ich wiege zehn Tonnen.

    Εσύ είσαι ελαφριά, κι εγώ ζυγίζω 10 τόνους.

  • κυμαίνομαι

  • ζυγιάζω

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κουνώ
    • σταθμίζω
    • βράχος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wiegen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Wiegen Noun noun γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ζύγι

    noun
  • ζύγισμα

    Vor dem Wiegen des unbeladenen Transportmittels wird die Erde entfernt.

    Το χώμα απομακρύνεται πριν από το ζύγισμα του μεταφορικού μέσου κενού.

  • στάθμιση

    Angesichts der sehr unterschiedlichen Ausfuhrpreise der einzelnen Modelle wurden die Zahlen auf der Grundlage der Ausfuhrmengen gewogen.

    Λόγω των σημαντικών διαφορών των τιμών εξαγωγής των διαφόρων μοντέλων, η στάθμιση έγινε με βάση την ποσότητα.

Φράσεις παρόμοιες με "wiegen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κουνιέμαι · λικνίζομαι
  • γενέτειρα · κοιτίδα · κούνια · λίκνο
  • πόσα κιλά είσαι;
  • από την κούνια έως τον τάφο · από την κούνια ως τον τάφο
  • ανεβοκατεβαίνω · ανεμίζω · κυμαίνομαι · κυματίζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wiegen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη