Μετάφραση του "wild" σε Ελληνικά

Οι άγριος, άγρια, ανήμερος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wild" σε Ελληνικά.

wild adjective γραμματική

völlig aus dem Häuschen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • άγριος

    adjective masculine

    Die hätten ihn nicht aufgenommen, wenn er wild wäre.

    Δε νομίζω να τον έπαιρναν, αν ήταν άγριος.

  • άγρια

    adjective adverb

    Die Erhebungen sollten gezüchtete und wild lebende Hirscharten einschließen.

    Οι εν λόγω έρευνες πρέπει να περιλαμβάνουν άγρια και εκτρεφόμενα είδη ελαφιών.

  • ανήμερος

    Adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παράνομος
    • πρωτόγονος
    • αιμοβόρος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wild " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Wild noun Noun neuter γραμματική

Wilde Tiere inklusive Vögel und Fische, die zum Sport, als Nahrung oder als Erwerbsquelle gejagt werden. [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κυνήγι

    noun neuter

    für die Jagd relevante Säugetiere und Vögel

  • άγριος

    adjective masculine

    Es heißt, in uns allen wohnt ein Wilder.

    Λένε πως κρύβεται ένας άγριος μέσα σε όλους μας.

  • αγρίμι

    noun

    Ich jedenfalls werde nicht mit einem wilden Tier zusammen wohnen.

    Δεν θα δεχτώ κανένα αγρίμι να ζεί κάτω απ'την στέγη μου, αυτο σου λέω.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θήραμα
    • πρωτόγονος
    • θηράματα
    • θηράματα (κυνήγι)

Εικόνες με "wild"

Φράσεις παρόμοιες με "wild" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wild" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη