Μετάφραση του "willentlich" σε Ελληνικά
Οι εθελοντικός, επίτηδες, θεληματικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "willentlich" σε Ελληνικά.
willentlich
Adjective
adjective
adverb
γραμματική
in vollem Bewusstsein (eines Risikos o.ä.)
-
εθελοντικός
adjective masculine -
επίτηδες
adverb -
θεληματικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " willentlich " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη