Μετάφραση του "wohl" σε Ελληνικά

Οι μάλλον, σίγουρα, ναι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wohl" σε Ελληνικά.

wohl adverb

präsumtiv (bildungssprachlich) (gehoben) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μάλλον

    adverb

    Hatte wohl einen Blackout, aber es muss stimmen.

    Πρέπει να έχασα τις αισθήσεις μου, αλλά μάλλον είναι αλήθεια.

  • σίγουρα

    adverb

    Ich weiß nicht, was er erwartet hat, aber das wohl nicht.

    Δε ξέρω τι φανταζόταν, αλλά σίγουρα όχι αυτό.

  • ναι

    noun neuter

    Nach dem Mord an meiner Familie, tue ich das wohl.

    Μετά την δολοφονία της οικογένειας μου, υποθέτω πως ναι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ίσως
    • καλά
    • πιθανώς
    • μάλιστα
    • κατά πάσα πιθανότητα
    • πιθανόν
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wohl " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Wohl noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευημερία

    noun

    Er war auf ihr geistiges Wohl bedacht und setzte sich mit ganzer Kraft für sie ein.

    Νοιαζόταν ειλικρινά για την πνευματική τους ευημερία και δαπανούσε πρόθυμα τον εαυτό του για χάρη τους.

  • καλό

    Noun adjective noun

    Manchmal muss einer für das Wohl aller geopfert werden.

    Κάποιες φορές ένας πρέπει να θυσιαστεί για το καλό των πολλών.

  • υγεία

    noun feminine

    Für ihr psychisches Wohl kommt er erst raus, wenn die Kinder weg sind.

    Για την ψυχική τους υγεία, το πτώμα δε μετακινείται, μέχρι να φύγουν.

Φράσεις παρόμοιες με "wohl" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wohl" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη