Μετάφραση του "wohlhabend" σε Ελληνικά

Οι πλούσιος, εύπορος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wohlhabend" σε Ελληνικά.

wohlhabend adjective γραμματική

was an den Füßen haben (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλούσιος

    adjective masculine

    Tom ist ein wohlhabender Mann.

    Ο Θωμάς είναι ένας πλούσιος άντρας.

  • εύπορος

    adjective masculine

    Es gibt niemanden in Naju, der diesen wohlhabenden Mann nicht kennen würde.

    Είναι ένας αφάνταστα εύπορος ευγενής, και διάσημος στην περιοχή μας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wohlhabend " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wohlhabend" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη