Μετάφραση του "wort" σε Ελληνικά
Οι ρήμα, λέξη, λόγος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wort" σε Ελληνικά.
wort
-
ρήμα
noun neuterDarüber hinaus sollte das Wort „sorgen“ durch ein weniger verbindliches Verb ersetzt werden.
Επιπλέον το ρήμα “εξασφαλίζω” θα πρέπει να αντικατασταθεί από άλλο λιγότερο δεσμευτικό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wort " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Wort
noun
neuter
γραμματική
grammatisches Wort (fachsprachlich)
-
λέξη
noun feminineselbstständige sprachliche Einheit
Ich habe nicht ein einziges Wort verstanden von dem, was sie gesagt haben.
Δεν κατάλαβα ούτε λέξη απ ́ όσα μου είπαν.
-
λόγος
noun masculineEr hat sein Wort nicht gehalten.
Δεν κράτησε το λόγο του.
-
κουβέντα
noun feminineEin Wort, damit ich weiß, dass du noch lebst.
Μία κουβέντα για να ξέρω ότι ήσουν ζωντανός.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Λόγος
- ομιλία
- διάλεξη
- ρήμα
- διατυπώνω
- η λέξη
- λόγια
Εικόνες με "wort"
Φράσεις παρόμοιες με "wort" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μη λες πολλά _ κράτα τα λόγια σου _ μη χαραμίζεις τα λόγια σου
-
χωρίς λόγια
-
λέξη προς λέξη
-
εαν θέλεις να σε πάρουν στα σοβαρά
-
χωρίς πολλά λόγια
-
τι σημαίνει αυτή η λέξη;
-
κρατώ το λόγο μου
-
απόφθεγμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη