Μετάφραση του "wortkarg" σε Ελληνικά
Οι λακωνικός, κοφτός, ολιγόλογος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wortkarg" σε Ελληνικά.
wortkarg
Adjective
γραμματική
zurückhaltend (reagieren) [..]
-
λακωνικός
adjective masculineAuch hinsichtlich des Sachverhalts ist die Vorlageentscheidung extrem wortkarg.
Η διάταξη περί παραπομπής είναι ομοίως εξαιρετικά λακωνική ως προς όλα τα πραγματικά περιστατικά.
-
κοφτός
adjective masculineEr war zwar wortkarg, aber auch beunruhigt und sogar verängstigt.
Μπορεί να ήταν κοφτός αλλά ήταν επίσης ανήσυχος και λίγο τρομαγμένος.
-
ολιγόλογος
adjective masculine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σιωπηλός
- λιγομίλητος
- απότομος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wortkarg " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη