Μετάφραση του "wundersam" σε Ελληνικά
Οι θαυματουργός, μυστηριώδης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wundersam" σε Ελληνικά.
wundersam
adjective
γραμματική
arkan (gehoben)
-
θαυματουργός
-
μυστηριώδης
adjectiveHeimlichkeiten führen dazu, dass selbst die einfachste Wahrheit wundersam, mysteriös erscheint.
H μυστικότητα προκαλεί ακόμα και την πιο απλή αλήθεια να φαίνεται υπέροχη και μυστηριώδης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wundersam " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη