Μετάφραση του "zahlbar" σε Ελληνικά
Οι πληρωτέος, απαιτητός, εξοφλητέος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "zahlbar" σε Ελληνικά.
zahlbar
-
πληρωτέος
adjectiveDie Zinsen für die Fazilität sind bei Rückzahlung des Kredits zahlbar.
Ο τόκος είναι πληρωτέος με την αποπληρωμή της χρηματοδότησης.
-
απαιτητός
adjective1
-
εξοφλητέος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " zahlbar " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη