Μετάφραση του "zensor" σε Ελληνικά

Οι κήνσορας, λογοκριτής, τιμητής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "zensor" σε Ελληνικά.

Zensor noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κήνσορας

  • λογοκριτής

    noun masculine

    „Uns steht ein mit Sex angefülltes Herbstprogramm bevor; Sie müssen also Ihr eigener Zensor sein.

    «Προχωρούμε για ένα σεξουαλικό φθινόπωρο, γι’ αυτό θα πρέπει να είστε ο ίδιος λογοκριτής του εαυτού σας.

  • τιμητής

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " zensor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "zensor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη