Μετάφραση του "zinslos" σε Ελληνικά
Το άτοκος είναι η μετάφραση του "zinslos" σε Ελληνικά.
zinslos
adjective
γραμματική
-
άτοκος
AdjectiveMan mag sogar mit der Absicht zinslos geliehen haben, von dem Borgenden später irgendwelche Vergünstigungen zu bekommen.
Αυτός ο άτοκος δανεισμός μπορεί να γινόταν ακόμη και με σκοπό την απόκτηση της εύνοιας του δανειολήπτη στο μέλλον.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " zinslos " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "zinslos" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άτοκες δόσεις
-
ένα άτοκο δάνειο
-
άτοκη πίστωση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη