Μετάφραση του "zinslos" σε Ελληνικά

Το άτοκος είναι η μετάφραση του "zinslos" σε Ελληνικά.

zinslos adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • άτοκος

    Adjective

    Man mag sogar mit der Absicht zinslos geliehen haben, von dem Borgenden später irgendwelche Vergünstigungen zu bekommen.

    Αυτός ο άτοκος δανεισμός μπορεί να γινόταν ακόμη και με σκοπό την απόκτηση της εύνοιας του δανειολήπτη στο μέλλον.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " zinslos " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "zinslos" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "zinslos" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη