Μετάφραση του "zwingen" σε Ελληνικά
Οι αναγκάζω, υποχρεώνω, βιάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "zwingen" σε Ελληνικά.
zwingen
verb
γραμματική
vergattern (umgangssprachlich) [..]
-
αναγκάζω
verbTu dir keinen Zwang an
Er zwingt uns dazu, etwas gegen unseren Willen zu tun.
μας αναγκάζει να κάνουμε κάτι παρά τη θέλησή μας.
-
υποχρεώνω
verbEr ist vielleicht nicht tot und sie zwangen ihn, das zu tun.
Μπορεί να μην είναι νεκρός ακόμη και τον υποχρέωσαν να το κάνει.
-
βιάζω
verbIn der Nähe von Hartford klang ihre Euphorie etwas gezwungen.
Κοντά στο Χάρτφορντ, η ευφορία της ήταν κάπως βεβιασμένη.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εξαναγκάζω
- επιβάλλω
- καταναγκάζω
- εκβιάζω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " zwingen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "zwingen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πειστικός
-
εξαναγκασμός _ κακιά συνήθεια
-
αναγκάζομαι να χαμογελάσω
-
μη πιέζεσαι
-
στριμώχνω · σφίγγω
-
καταστρέφω
-
σφιγκτήρας
-
υποχρεωτικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη