Μετάφραση του "10" σε Ελληνικά

Το δέκα είναι η μετάφραση του "10" σε Ελληνικά.

10 noun adjective γραμματική

Perfect (on a scale of 1-10, where 10 is the best score) [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δέκα

    noun

    This elevator is capable of carrying 10 persons at a time.

    Αυτό το ασανσέρ μπορεί να μεταφέρει δέκα άτομα σε μια στιγμή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " 10 " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "10" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "10" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη