Μετάφραση του "ABUNDANCE" σε Ελληνικά
Οι αφθονία, πλησμονή, πληθώρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ABUNDANCE" σε Ελληνικά.
abundance
noun
γραμματική
An overflowing fullness or ample sufficiency; profusion; copious supply; superfluity; wealth. [..]
-
αφθονία
noun feminineWe should not be misled by the apparently abundant supply in some fortunate parts of the world.
Δεν πρέπει να παροδηγούμαστε από τη φαινομενική αφθονία νερού που υπάρχει σε μερικά προνομιούχα μέρη του κόσμου.
-
πλησμονή
feminine -
πληθώρα
feminineBut the abundance of cars here makes that highly dangerous.
Η πληθώρα αμαξιών εδώ, όμως, καθιστά κάτι τέτοιο επικίνδυνο.
-
αδρότητα
Noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ABUNDANCE " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ABUNDANCE" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άφθονη · άφθονος · δαψιλής · πλούσιο
-
οικολογική αφθονία
-
άφθονη · άφθονος · δαψιλής · πλούσιο
-
άφθονη · άφθονος · δαψιλής · πλούσιο
-
άφθονη · άφθονος · δαψιλής · πλούσιο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη