Μετάφραση του "Abram" σε Ελληνικά

Οι Αβραάμ, Αβράμ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Abram" σε Ελληνικά.

Abram noun adjective proper γραμματική

(Biblical) A prophet in the Old Testament; Semitic patriarch, father of the Jewish patriarch Isaac (by his wife Sarah) and the Arabic patriarch Ishmael (by his concubine Hagar). His name was later changed to Abraham. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αβραάμ

    proper masculine

    Old Testament patriarch

    You've got to tell Abram what we decided.

    Πρέπει να πεις στον Αβραάμ τι αποφασίσαμε.

  • Αβράμ

    Old Testament patriarch

    And Abram went in to Hagar and she conceived

    Και ο Αβράμ πήγε στην Αγάρ και αυτή συνέλαβε

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Abram " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

abram adjective γραμματική

(obsolete, slang, cant) naked. (1811 Dictionary of the Vulgar Tongue ) [..]

+ Προσθήκη

"abram" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το abram στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Abram" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη