Μετάφραση του "Abrupt" σε Ελληνικά

Οι Απότομος, απότομος, ξαφνικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Abrupt" σε Ελληνικά.

Abrupt
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Απότομος

    The size and abruptness of the price surge have generated macro-economic imbalances across the world.

    Tο ύψος και ο απότομος χαρακτήρας των ανατιμήσεων προκάλεσαν μακροοικονομικές ανισορροπίες σε παγκόσμιο επίπεδο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Abrupt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

abrupt adjective verb noun γραμματική

Extremely steep or craggy as if broken up; precipitous. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απότομος

    de weg is steil masculine

    curt in manner [..]

    The size and abruptness of the price surge have generated macro-economic imbalances across the world.

    Tο ύψος και ο απότομος χαρακτήρας των ανατιμήσεων προκάλεσαν μακροοικονομικές ανισορροπίες σε παγκόσμιο επίπεδο.

  • ξαφνικός

    adjective masculine

    without notice [..]

    Your mother's cancer was so abrupt.

    Ο καρκίνος της μητέρας σας ήταν τόσο ξαφνικός.

  • αιφνίδιος

    adjective masculine

    without notice

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απροσδόκητος
    • απόκρημνος
    • κοφτός
    • ασυνεχής
    • ξαφνική
    • Τραχύς
    • βίαιος
    • ξαφνικό
    • τραχύς

Φράσεις παρόμοιες με "Abrupt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Abrupt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη