Μετάφραση του "Absurdity" σε Ελληνικά

Οι παραλογισμός, ανοησία, Παραλογισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Absurdity" σε Ελληνικά.

absurdity noun γραμματική

(uncountable) The quality of being absurd or inconsistent with obvious truth, reason, or sound judgment. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παραλογισμός

    noun masculine

    It's absurd to sit in jail for something that might not happen.

    Είναι παραλογισμός να είσαι έγκλειστη για κάτι που ίσως δεν έρθει ποτέ.

  • ανοησία

    noun feminine

    But he fails to tolerate the absurdity of Ongmeer, his superior.

    Αλλά δεν ανέχεται την ανοησία του Όνγκμιρ, του ανωτέρου του.

  • Παραλογισμός

    Well, there are absurdities involved, as I know well enough.

    Παραλογισμοί υπάρχουν, και το ξέρω πολύ καλά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ηλιθιότητα
    • βλακεία
    • ασυναρτησία
    • παράλογο πράγμα
    • το παράδοξο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Absurdity " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Absurdity"

Φράσεις παρόμοιες με "Absurdity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Absurdity" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη