Μετάφραση του "Accession" σε Ελληνικά

Οι ένταξη, προσχώρηση, ανάρρηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Accession" σε Ελληνικά.

accession verb noun γραμματική

A coming to; the act of acceding and becoming joined; as, a king's accession to a confederacy. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ένταξη

    noun feminine

    This may lead to a whole range of problems after Cyprus's accession

    Μετά την ένταξη της Κύπρου, το γεγονός αυτό ενδέχεται να προκαλέσει ορισμένα προβλήματα

  • προσχώρηση

    feminine

    It is a single tender covering all accession countries.

    Πρόκειται για μια ενιαία πρόσκλησηποβολής προσφορών που καλύπτει όλες τιςπό προσχώρηση χώρες.

  • ανάρρηση

    Noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άνοδος
    • αναρρίχηση
    • προσθήκη
    • συναίνεση
    • συγκατάθεση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Accession " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Accession" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Accession" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη