Μετάφραση του "Accessory" σε Ελληνικά
Οι Παρελκόμενο, αξεσουάρ, βοήθημα, συνεργός, εξάρτημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Accessory" σε Ελληνικά.
-
Παρελκόμενο, αξεσουάρ, βοήθημα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Accessory " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Having a secondary, supplementary or subordinate function by accompanying as a subordinate; aiding in a secondary way; being additional; being connected as an incident or subordinate to a principal; contributing or being contributory. Said of persons and things, and, when of persons, usually in a bad sense; as, he was accessory to the riot; accessory sounds in music. [..]
-
συνεργός
adjective noun masculine m;f masculine;feminineassisting a crime [..]
I've got you for obstruction, for fleeing the scene, and now you're an accessory.
Σε συλλαμβάνω για παρακώλυση, φυγή από τόπο ατυχήματος, και τώρα είσαι και συνεργός.
-
εξάρτημα
adjective noun neuterhaving a supplementary function
Cyrus may not be able to kill, but he's an accessory to murder.
Cyrus μπορεί να μην είναι σε θέση να σκοτώσει, αλλά είναι ένα εξάρτημα στη δολοφονία.
-
συμπλήρωμα
noun neuterthat which belongs to something else deemed the principal, attachment [..]
Women's, girls' and babies' clothing and clothing accessories for babies, embroidered
Ενδύματα για γυναίκες, κορίτσια και βρέφη και άλλα συμπληρώματα του ενδύματος για βρέφη, κεντημένα
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- παρελκόμενο
- αξεσουάρ
- δευτερεύων
- πρόσθετος
- ανταλλακτικό
- βοήθημα
- επιπρόσθετο
- ηθικός αυτουργός
Φράσεις παρόμοιες με "Accessory" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παραπληρωματικό νεύρο
-
εξάρτημα υπολογιστή
-
Ψευδοκάρπιο · ψευδοκάρπιο · ψευδοφρούτο
-
Μετατροπέας φόρτισης παρελκόμενων
-
Μετατροπέας φόρτισης παρελκόμενων
-
επικουρική σπονδυλική φλέβα
-
αξεσουάρ · εξαρτήματα · συμπράγκαλα