Μετάφραση του "Account" σε Ελληνικά

Οι Λογαριασμός, λογαριασμός, αναφορά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Account" σε Ελληνικά.

Account

A UI element that links to Account Services or other, account-related site.

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Λογαριασμός

    A UI element that links to Account Services or other, account-related site.

    My brother has a Twitter account.

    Ο αδερφός μου έχει λογαριασμό στο Τουίτερ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Account " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

account verb noun γραμματική

(archaic) A reckoning; computation; calculation; enumeration; a record of some reckoning. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λογαριασμός

    noun masculine

    (archaic) reckoning, calculation [..]

    My brother has a Twitter account.

    Ο αδερφός μου έχει λογαριασμό στο Τουίτερ.

  • αναφορά

    noun feminine

    a statement of facts or occurrences

    We also have to take national economic policy into account.

    Πρόκειται, επίσης, για την αναφορά στην εθνική οικονομική πολιτική.

  • έκθεση

    noun feminine

    Assessment factors account for the extrapolation from animal toxicity to the exposed human population.

    Οι συντελεστές εκτίμησης χρησιμοποιούνται για την προεκβολή στην έκθεση του ανθρώπινου πληθυσμού με βάση την τοξικότητα σε ζώα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λόγος
    • λογαριάζω
    • ιστορία
    • αγγελία
    • αφήγηση
    • απολογισμός
    • λογαριασμος και αξια , περιγραφη-αφηγηση, account for 1) justify/αιτιολογω εξηγω 2) αντιστοιχω σε αναλογια/ποσοστο
    • περιγραφή
    • μαρτυρία
    • επεξήγηση
    • περιγράφω
    • χρεώνω
    • αναγγελία
    • παραμύθι
    • επαγγελματική σχέση
    • χρονικό

Φράσεις παρόμοιες με "Account" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Account" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη