Μετάφραση του "Adjust" σε Ελληνικά

Οι Ρυθμίζω, προσαρμόζω, ρυθμίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Adjust" σε Ελληνικά.

Adjust
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ρυθμίζω

    Adjust the equivalent inertia mass of the chassis dynamometer, according to Table 2.

    Ρυθμίζεται η ισοδύναμη μάζα αδράνειας της δυναμομετρικής εξέδρας, σύμφωνα με τον πίνακα 2.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Adjust " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

adjust verb γραμματική

(transitive) To modify. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσαρμόζω

    Verb verb

    to improve or rectify

    This price shall be adjusted on the basis of the potato starch content.

    Η τιμή αυτή προσαρμόζεται σε συνάρτηση με την περιεκτικότητα των γεωμήλων σε άμυλο.

  • ρυθμίζω

    verb

    to modify

    The choke must be adjusted in accordance with the manufacturer's instructions.

    Ο εκκινητήρας ρυθμίζεται σύμφωνα με τις οδηγίες του κατασκευαστή.

  • διευθετώ

    verb

    to settle an insurance claim

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κανονίζω
    • προσαρμόζομαι
    • διορθώνω
    • άγω
    • διακανονίζω
    • τιμαριθμοποιώ
    • ανοίγω

Φράσεις παρόμοιες με "Adjust" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ρυθμιζόμενο κατώφλιο
  • προσαρμοσμένο κόστος
  • ευπροσάρμοστος · προσαρμόσιμος · ρυθμιζόμενος
  • ανάταξη (οστών) · διαβάθμηση · διαβάθμιση · διακανονισμός · διευθέτηση · διόρθωση · κανονισμός · μετατροπή · ξαναρύθμιση · προσαρμογή · ρύθμιση · τακτοποίηση · τροποποίηση
  • Οδήγησης ρυθμιζόμενης συχνότητας
  • εποχική διόρθωση
  • μικρομετρική ρύθμιση
  • προσαρμοσμένο ποσοστό
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Adjust" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη