Μετάφραση του "Admissible" σε Ελληνικά
Οι Επιτρεπτός, αποδεκτός, παραδεκτός, αποδεκτός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Admissible" σε Ελληνικά.
-
Επιτρεπτός, αποδεκτός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Admissible " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
(artificial intelligence) Describing a heuristic that never overestimates the cost of reaching a goal. [..]
-
παραδεκτός
adjective masculinecapable or deserving to be admitted, accepted or allowed; allowable, permissible, acceptable
Lastly, the two provisions differ as regards the admissible forms of evidence.
Τέλος, οι δύο διατάξεις διαφέρουν όσον αφορά τα παραδεκτά αποδεικτικά μέσα.
-
αποδεκτός
adjective masculineThis file would not be admissible in a court of law.
Αυτός ο φάκελος δεν γίνεται αποδεκτός σε δικαστήριο.
-
δεκτός
An average based on quarterly figures on employees is also admissible.
Μπορεί να γίνει επίσης δεκτός ο μέσος αριθμός που βασίζεται στον τριμηνιαίο αριθμό μισθωτών.
-
επιτρεπτός
επίθετο
Φράσεις παρόμοιες με "Admissible" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γραμματεία
-
προσωρινή ατέλεια
-
ελεύθερη είσοδος
-
Γραφείο Κίνησης Ασθενών
-
νόμιμο τεκμήριο
-
παραδεκτό
-
έλεγχος εισόδου, πρόσβασης · έλεγχος πρόσβασης
-
σχολικός σύμβουλος · υπάλληλος γραμματείας