Μετάφραση του "Aid" σε Ελληνικά

Οι Βοήθημα, βοήθεια, βοηθώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Aid" σε Ελληνικά.

Aid
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Βοήθημα

    Each runway shall have a separate approach procedure based on a separate navigation aid.

    Για κάθε διάδρομο πρέπει να υπάρχει διαφορετική διαδικασία προσέγγισης βασιζόμενη σε χωριστό αεροναυτιλιακό βοήθημα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Aid " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

aid verb noun γραμματική

Help assistance; succor, relief. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βοήθεια

    noun feminine

    Action given to provide assistance.

    There is no provision for financial aid from the Community.

    Η πρόταση δεν προβλέπει καμία κοινοτική οικονομική βοήθεια.

  • βοηθώ

    verb

    To give assistance or aid to.

    Worse still: this Regulation will make it difficult to provide really prompt and effective aid.

    Aκόμη χειρότερο είναι το εξής: O κανονισμός αυτός θα δημιουργήσει πολλά προβλήματα στο να βοηθήσουμε γρήγορα και αποτελεσματικά.

  • βοηθός

    noun

    His aide's gonna try and stop him before he boards.

    Η βοηθός του θα τον σταματήσει πριν επιβιβαστεί.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συνδρομή
    • αρωγή
    • συντρέχω
    • βοήθημα
    • βοηθάω
    • διευκολύνω
    • υποστηρίζω
    • επικουρώ
    • ενίσχυση
    • υπασπιστής
    • συνδράμω
    • παρέχω βοήθεια
AID proper

Initialism of [i]Agency for International Development[/i].

+ Προσθήκη

"AID" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το AID στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "Aid"

Φράσεις παρόμοιες με "Aid" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Aid" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη