Μετάφραση του "Altar" σε Ελληνικά
Οι Βωμός, βωμός, θυσιαστήριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Altar" σε Ελληνικά.
-
Βωμός
proper masculineFrom the old times, a woman was the altar.
Γιατί στα παλιά χρόνια, μια γυναίκα ήταν ο Βωμός.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Altar " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
A table or similar flat-topped structure used for religious rites. [..]
-
βωμός
noun masculineflat-topped structure used for religious rites
We're gonna put the biggest charge under the altar in the mission.
Θα κάνουμε τις μεγαλύτερες επιθέσεις κάτω από τον βωμό στην αποστολή.
-
θυσιαστήριο
neuterflat-topped structure used for religious rites
They were overlaid with the same material as the altar, either copper or gold.
Ήταν επικαλυμμένα με το ίδιο υλικό που επικάλυπτε το θυσιαστήριο, είτε αυτό ήταν χαλκός είτε χρυσάφι.
-
Αγία Τράπεζα
noun feminineflat-topped structure used for religious rites
Imagine me walking down the aisle, towards the altar, to this music.
Φαντάσου με στο διάδρομο, προς την Αγία Τράπεζα, μ'αυτή τη μουσική.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Βωμός
- αγία τράπεζα
Εικόνες με "Altar"
Φράσεις παρόμοιες με "Altar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παπαδάκι · παπαδοπαίδι
-
Αγία Τράπεζα · Αγιά Τράπεζα
-
νάμα
-
παπαδάκι · παπαδοπαίδι
-
θυσιάζω κπ ή κτ στο βωμό [+Γεν.]