Μετάφραση του "Altitude" σε Ελληνικά
Οι Υψόμετρο, υψόμετρο, ύψος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Altitude" σε Ελληνικά.
-
Υψόμετρο
Altitude equal to or greater than 15 km;
Υψόμετρο ίσο προς ή μεγαλύτερο από 15 km,
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Altitude " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
A vertical distance. [..]
-
υψόμετρο
noun neuterabsolute height [..]
The time also depends on the altitude, since water boils at lower temperatures at higher altitudes.
Ο χρόνος εξαρτάται επίσης από το υψόμετρο, εφόσον το νερό βράζει σε χαμηλότερες θερμοκρασίες σε μεγαλύτερα υψόμετρα.
-
ύψος
noun neuterdistance measured perpendicularly from a figure's vertex to the opposite side of the vertex [..]
Means shall be provided for restarting an engine at altitudes up to a declared maximum altitude.
Παρέχονται μέσα για την επανεκκίνηση ενός κινητήρα σε ύψη που φθάνουν μέχρι ένα δηλωθέν μέγιστο ύψος.
-
έξαρμα
noun -
Μεσοκάθετη ευθύγραμμου τμήματος
segment in a triangle
Φράσεις παρόμοιες με "Altitude" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Γεωγραφικό πλάτος, γεωγραφικό μήκος, υψόμετρο
-
Βαρομετρικός ενδείκτης υψομέτρου
-
EMP μεγάλου ύψους
-
EMP μεγάλου ύψους
-
δοκιμή υπερύψωσης
-
υψομετρική διαφορά
-
Γεωγραφικό πλάτος, γεωγραφικό μήκος, υψόμετρο
-
Βαρομετρικός ενδείκτης υψομέτρου