Μετάφραση του "American" σε Ελληνικά
Οι αμερικανικός, Αμερικανός, Αμερικανίδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "American" σε Ελληνικά.
An inhabitant of the Americas. More often this is specified as either North American, Central American or South American. [..]
-
αμερικανικός
adjective masculineof or pertaining to the U.S. or its culture
And that is exactly the sort of leadership the American people want.
Κι αυτό είναι το είδος της ηγεσίας που θέλει ο αμερικανικός λαός.
-
Αμερικανός
noun masculineperson born in or citizen of the USA
I understood from his accent that he was an American.
Από την προφορά κατάλαβα ότι αυτός είναι αμερικανός.
-
Αμερικανίδα
noun feminineperson born in or citizen of the USA
Then the American part of me speaks up and spoils everything.
Τότε, μιλάει η Αμερικανίδα μέσα μου και τα χαλάει όλα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αμερικάνικος
- Αμερικάνος
- Αμερικάνα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " American " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
αμερικάνικος
adjectiveIt's the only way the American people can live in relative safety.
Είναι ο μόνος τρόπος για να ζήσει ο αμερικάνικος λαός με σχετική ασφάλεια.
Εικόνες με "American"
Φράσεις παρόμοιες με "American" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γκρί σημύδα γένους betula
-
Αμερικανικές Σαμόα · Αμερικανική Σαμόα
-
Ραδιοφωνική Εταιρία Αμερικής
-
Βορειο-αμερικανικό σχέδιο αριθμοδότησης
-
Ιθαγενών Αμερικής · ινδιάνικη · ινδιάνικο · ινδιάνικος
-
αμερικανοποίηση · εξαμερικανισμός
-
JAMA (Περιοδικό του Αμερικανικού Ιατρικού Συλλόγου)
-
βίσονας