Μετάφραση του "Apathy" σε Ελληνικά

Οι απάθεια, αδιαφορία, αδράνεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Apathy" σε Ελληνικά.

apathy noun γραμματική

Complete lack of emotion or motivation about a person, activity, or object; depression; lack of interest or enthusiasm; disinterest. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απάθεια

    noun feminine

    lack of emotion or motivation

    Everything else is just the apathy which some people felt and want to drag through Parliament again.

    Οτιδήποτε άλλο είναι απλώς η απάθεια την οποία ορισμένοι άνθρωποι αισθάνθηκαν και επιθυμούν να φέρουν ξανά στο Κοινοβούλιο.

  • αδιαφορία

    noun

    And not many get this amount even after all the apathy.

    Και δεν παίρνουν πολλοί αυτό το ποσό ακόμα και μετά από αυτή την αδιαφορία

  • αδράνεια

    noun feminine

    The main cause of the current apathy is the fundamentalist approach of those opposed to state intervention.

    Η αδράνεια οφείλεται κατά μέγα μέρος στο φανατισμό των αντιπάλων της δημόσιας παρέμβασης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μελαγχολία
    • λήθαργος
    • αθημία
    • ακεφία
    • ληθαργία
    • Αδιαφορία
    • ακηδία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Apathy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Apathy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη