Μετάφραση του "Aperture" σε Ελληνικά
Οι Άνοιγμα, σχισμή, άνοιγμα, οπή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Aperture" σε Ελληνικά.
-
Άνοιγμα, σχισμή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Aperture " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
An opening; an open space; a gap, cleft, or chasm; a passage perforated; a hole; as, an aperture in a wall. [..]
-
άνοιγμα
noun neuterCaptain, photic sonar readings indicate the aperture is closing.
Κυβερνήτα, το ραντάρ φωτονίου δείχνει πως το άνοιγμα κλείνει.
-
οπή
noun feminineMy way of contact with reality is through a limited aperture.
Η επικοινωνία μου με την πραγματικότητα γίνεται μέσα από μια μικρή οπή.
-
σχισμή
noun feminineA gap or aperture in an enclosure which exists or may be formed by the application of a test probe at the specified force.
Κενό ή σχισμή σε ένα περίβλημα που υπάρχει ή μπορεί να σχηματιστεί με την εφαρμογή μιας συσκευής δοκιμής με συγκεκριμένη δύναμη.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- διάφραγμα
- τρύπα
Εικόνες με "Aperture"
Φράσεις παρόμοιες με "Aperture" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ραντάρ"συνθετικού ανοίγματος"
-
Ραντάρ προηγμένου"συνθετικού" ανοίγματος
-
Ραντάρ προηγμένου "συνθετικού" ανοίγματος
-
Ραντάρ"συνθετικού ανοίγματος"
-
Αριθμητικό άνοιγμα
-
σκίαση ανοίγματος
-
φωτισμός ανοίγματος
-
Αριθμητικό άνοιγμα