Μετάφραση του "Ascending" σε Ελληνικά
Οι Αύξων, ανιών, άνοδος, ανοδικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ascending" σε Ελληνικά.
Ascending
-
Αύξων, ανιών
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Ascending " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
ascending
noun
verb
γραμματική
Present participle of ascend. [..]
-
άνοδος
noun" Ascending to the first platform is a staircase consisting of...
" Η άνοδος στην πρώτη πλατφόρμα γίνεται από κλίμακα...
-
ανοδικός
adjective
Φράσεις παρόμοιες με "Ascending" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αύξουσα ακολουθία
-
αύξουσα σειρά, τάξη
-
βρίσκομαι σε άνοδο
-
ανεβαίνω
-
έλεγχος · κυριαρχία
-
έλεγχος · κυριαρχία
-
ανιόντες
-
έλεγχος · κυβέρνηση · κυριαρχία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη