Μετάφραση του "Assyrian" σε Ελληνικά
Το ασσυριακός είναι η μετάφραση του "Assyrian" σε Ελληνικά.
Assyrian
adjective
noun
γραμματική
A person who resided in the ancient region on the Upper Tigris river, with capital city of Assur. [..]
-
ασσυριακός
This period was one of decline as far as Assyrian aggressiveness is concerned.
Την εποχή αυτή ο ασσυριακός επεκτατισμός διανύει περίοδο ύφεσης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Assyrian " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Assyrian" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αραμαίοι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη