Μετάφραση του "Atom" σε Ελληνικά
Οι Άτομο, άτομο, ατομική βόμβα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Atom" σε Ελληνικά.
A Web content and metadata syndication format based on XML that describes feeds. [..]
-
Άτομο
The small, positively-charged center of an Atom, in which Protons and Neutrons are found
Το μικρό, θετικά φορτισμένο κέντρο ενός ατόμου, στο οποίο βρίσκονται πρωτόνια και νετρόνια
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Atom " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
The smallest, indivisible constituent part or unit of something. [..]
-
άτομο
noun neuterchemistry, physics: smallest possible amount of matter retaining its chemical properties [..]
All life on Earth is made from the same mixture of the same atoms.
Όλη η ζωή στη Γη είναι κατασκευασμένη από το ίδιο μίγμα με τα ίδια άτομα.
-
ατομική βόμβα
noun feminineατομική βόμβα
First, you have to know what happens when an atomic bomb explodes.
Πρώτα πρέπει να ξέρετε τι συμβαίνει όταν εκρήγνυται ατομική βόμβα.
Εικόνες με "Atom"
Φράσεις παρόμοιες με "Atom" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βάρος
-
άτομο Ράδερφοντ
-
Συγκόλληση με ατομικό υδρογόνο
-
Ευρωπαϊκός Συνασπισμός Ατομικής Ενέργειας
-
Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας
-
Ατομική μονάδα μάζας
-
Συγκόλληση με ατομικό υδρογόνο
-
ατμητότητα