Μετάφραση του "Attraction" σε Ελληνικά

Οι Έλξη, έλξη, θέλγητρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Attraction" σε Ελληνικά.

Attraction
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Έλξη

    Attraction... or pity, and I' m putting my money on pity

    Έλξη ... ή λύπηση.Και ποντάρω στη λύπηση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Attraction " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

attraction noun γραμματική

An event or location that has a tendency to attract visitors [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έλξη

    noun feminine

    The feeling of being attracted [..]

    His attraction to me is normal, as mine is to him.

    Η έλξη του προς εμένα είναι φυσιολογική, κι η δική μου προς αυτόν.

  • θέλγητρο

    noun neuter

    Something which attracts

    I'm sure the family is supposed to be the obstacle to a relationship not the attraction.

    Η οικογένεια είναι το εμπόδιο μιας σχέσης κι όχι το θέλγητρο.

  • δέλεαρ

    noun neuter

    Something which attracts

    This situation thus limits the attractiveness, to small voluntary groups of participating in such actions.

    Η κατάσταση αυτή περιορίζει, κατά συνέπεια, το δέλεαρ για τη συμμετοχή μικρών εθελοντικών ομάδων σε τέτοιου είδους δράσεις.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πόλος έλξης
    • θέαμα
    • ατραξιόν
    • αξιοθέατο
    • προσέλκυση
    • γήτεμα

Φράσεις παρόμοιες με "Attraction" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • τουριστική ατραξιόν
  • φυσική έλξη
  • ελκυστικότητα · μαγνητισμός
  • προσέλκυση
  • ασχημαίνω, ασχημίζω · λιγότερο ελκυστικός · λιγότερο ιδεώδης · υποβαθμισμένος
  • προσελκύομαι από
  • με ελκύει, -ουν · με τραβάει σε
  • έλκω · αιτούμαι · γίνομαι στόχος (+Γεν.) · γοητεύω · δίνω αφορμή για κτ · ελκύω · επισύρω · θέλγω · μαζεύω · προσελκύω · σαγηνεύω · τραβώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Attraction" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη