Μετάφραση του "Auxiliary" σε Ελληνικά

Οι Βοηθητικός, βοηθητικός, επικουρικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Auxiliary" σε Ελληνικά.

Auxiliary
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Βοηθητικός

    Auxiliary machinery for use with machines for working textiles; textile printing machinery

    Βοηθητικά μηχανήματα που χρησιμοποιούνται σε μηχανές επεξεργασίας κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων· μηχανήματα εκτύπωσης υφασμάτων

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Auxiliary " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

auxiliary adjective noun γραμματική

Helping; giving assistance or support. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βοηθητικός

    adjective masculine

    helping; giving assistance or support [..]

    No deduction shall be made in respect of auxiliary machines driven by the engine.

    Δεν γίνεται καμιά μείωση για τα βοηθητικά μηχανήματα που κινεί ο κινητήρας.

  • επικουρικός

    masculine

    supplementary or subsidiary

    Former auxiliary staff member employed as contract staff member

    Πρώην επικουρικός υπάλληλος προσληφθείς ως υπάλληλος επί συμβάσει

  • δευτερεύων

    adjective masculine

    supplementary or subsidiary

    The other auxiliary circuits shall not be tested.

    Τα άλλα δευτερεύοντα κυκλώματα δεν υφίστανται την ανωτέρω δοκιμή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανταλλακτικός
    • αποθεματικός
    • βοηθός
    • εφεδρικός

Φράσεις παρόμοιες με "Auxiliary" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Auxiliary" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη