Μετάφραση του "Aviation" σε Ελληνικά

Οι Αεροπορικός, αεροπορία, αεροπλοΐα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Aviation" σε Ελληνικά.

Aviation
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αεροπορικός

    Aviation — A source of noise and emissions

    Αεροπορικός κλάδος — Πηγή θορύβου και εκπομπών αερίων

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Aviation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

aviation noun γραμματική

The art or science of flying. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αεροπορία

    noun feminine

    art or science of flying

    In aviation it will assist at different stages of the flight.

    Στην αεροπορία, θα υποβοηθά σε διάφορες φάσεις της πτήσης.

  • αεροπλοΐα

    noun

    - Transport pricing and economic instruments for aviation

    - Διατίμηση των μεταφορών και οικονομικά μέσα για την αεροπλοΐα

  • αεροπορικές μεταφορές

    Proposes to launch new aviation dialogues with important aviation partners such as India;

    Προτείνει να αρχίσει νέο διάλογο για τις αεροπορικές μεταφορές με σημαντικούς αεροπορικούς εταίρους, όπως η Ινδία·

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Αεροπορία
    • αεροπορικό ταξίδι

Φράσεις παρόμοιες με "Aviation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Aviation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη