Μετάφραση του "Beckett" σε Ελληνικά
Το Μπέκετ είναι η μετάφραση του "Beckett" σε Ελληνικά.
Beckett
proper
noun
A surname. [..]
-
Μπέκετ
properBeckett, if you do run, I'll help with your campaign.
Μπέκετ, αν σκοπεύεις να θέσεις υποψηφιότητα θα σε βοηθήσω στην προεκλογική σου εκστρατεία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Beckett " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Beckett" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Σάμιουελ Μπέκετ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη