Μετάφραση του "Bid" σε Ελληνικά
Οι Προσφορά, προσφορά, προσφέρω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Bid" σε Ελληνικά.
-
Προσφορά
Bids may be submitted only by persons certified as having purchased the tender document and having paid both the participation fee and the tendering security.
Προσφορά μπορεί να υποβληθεί μόνο από όσους αποδεδειγμένα έχουν αγοράσει τη Προκήρυξη και αποδεδειγμένα έχουν καταβάλει τα τέλη συμμετοχής και την εγγύηση συμμετοχής.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Bid " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
(transitive) To issue a command; to tell. [..]
-
προσφορά
noun feminineoffer at an auction [..]
By the contested decision the applicant's bid was rejected and the contract awarded to another bidder.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η εν λόγω προσφορά απορρίφθηκε και η σύμβαση ανατέθηκε σε άλλο υποψήφιο.
-
προσφέρω
verbBy the contested decisions the applicant's bids were rejected and the contracts awarded to another bidder.
Με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις απορρίφθηκαν οι προσφορές της προσφεύγουσας και κατακυρώθηκαν οι συμβάσεις σε άλλον προσφέροντα.
-
απόπειρα
noun feminineNow making his bid to pass, but he can't get by.
Τώρα κάνει απόπειρα να τον περάσει, αλλά δεν μπορεί.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πλειοδοτώ
- διαταγή
- προσπάθεια
- εύχομαι
- διατάσσω
- καλώ
- αιτώ
- δήλωση
- υποψηφιότητα
- προσκαλώ
- αίτημα
- δηλώνω στα χαρτιά
- χτυπώ στα χαρτιά
Bis in die: twice a day, two times per day.
"BID" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το BID στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "Bid" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανταγωνιστικές προσφορές
-
Αίτηση για προσφορά
-
Ενσωματωμένα διαγνωστικά
-
Διεθνής ανταγωνιστική προσφορά
-
πρόσκληση για προσφορές
-
προκειμένου να · σε μια απόπειρα να · σε μια προσπάθεια · στην προσπάθειά [+Γεν.] να
-
προσφορά
-
δημόσια προσφορά εξαγοράς μετοχών