Μετάφραση του "Boiler" σε Ελληνικά

Οι Λέβητας, λέβητας, ατμολέβητας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Boiler" σε Ελληνικά.

Boiler
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Λέβητας

    Central heating boilers other than those of heading 8402 and auxiliary plant for central heating boilers

    Λέβητες για την κεντρική θέρμανση, άλλοι από εκείνους της κλάσης 8402, και βοηθητικές εγκαταστάσεις για τους λέβητες κεντρικής θέρμανσης

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Boiler " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

boiler noun γραμματική

An apparatus that generates heat (usually by burning fuel) and uses it to heat circulating water (or sometimes another liquid) in a closed system that is then used for space heating, swimming pool heating, or domestic hot water or industrial processes. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λέβητας

    noun masculine

    device for heating circulating water

    The inspection of boilers shall have regard to energy consumption and limiting carbon dioxide emissions.

    Η επιθεώρηση των λεβήτων θα αναφέρεται στην κατανάλωση ενέργειας και στον περιορισμό των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.

  • ατμολέβητας

    noun masculine

    device for heating circulating water

    The steam boiler could have been invented 100 years earlier.

    Ο ατμολέβητας θα μπορούσε να είχε ανακαλυφθεί 100 χρόνια νωρίτερα.

  • βραστήρας

    noun masculine

    Don't come no close, This boiler here is private property.

    Μην πλησιάζεις άλλο, ο βραστήρας είναι σε ιδιωτική περιοχή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θερμοσίφωνας
    • καζάνι
    • ατμογεννήτρια
    • ξυλολέβητας
    • Λέβητας
    • λέβητας (θέρμανσης)

Εικόνες με "Boiler"

Φράσεις παρόμοιες με "Boiler" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Boiler" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη