Μετάφραση του "Bolt" σε Ελληνικά

Οι Κοχλίας, μπουλόνι, βίδα, σύρτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Bolt" σε Ελληνικά.

Bolt proper

A surname. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κοχλίας, μπουλόνι

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Bolt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

bolt verb noun adverb γραμματική

(intransitive) To flee, to depart, to accelerate suddenly. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βίδα

    noun feminine

    A faulty machine, a loose bolt, or a pinhole in a can will hasten the German defeat.

    Ένα ελαττωματικό μηχάνημα, μία χαλαρωμένη βίδα, ή μιά τρυπίτσα σε ένα κουτί θα επιταχύνει τη γερμανική ήττα.

  • σύρτης

    noun masculine

    bar to prevent a door from being forced open

    This window hasn't been opened so long, the bolt's rusty.

    Το παράθυρο έχει ν'ανοίξει πολύ καιρό, ο σύρτης έχει σκουριάσει.

  • κλείστρο

    noun neuter

    sliding mechanism to chamber and unchamber a cartridge in a firearm

    To load it, you just pull the bolt back like this, and stick the clip in.

    Για να γεμίσεις, τραβάς το κλείστρο έτσι, και σπρώχνεις μέσα τον γεμιστήρα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αμπαρώνω
    • κεραυνός
    • κοχλίας
    • αμπάρα
    • αστραπή
    • αστροπελέκι
    • μπουλωνάρω
    • βιδώνω
    • μπουλόνι
    • μάνταλο
    • κοσκινίζω
    • αποσκιρτώ
    • ορμώ

Εικόνες με "Bolt"

Φράσεις παρόμοιες με "Bolt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Bolt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη