Μετάφραση του "Bon" σε Ελληνικά

Το Μπον είναι η μετάφραση του "Bon" σε Ελληνικά.

Bon proper noun

An indigenous Tibetan religion, in many ways akin to Tibetan Buddhism. [..]

Αυτόματες μεταφράσεις του " Bon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
+ Προσθήκη

"Bon" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Bon στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

bon
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μπον

    Θιβετιανή θρησκευτική παράδοση

    Almost as sad as a grown man plagiarizing bon jovi.

    Όσο λυπηρό είναι, όταν ένας ώριμος άντρας κλέβει στίχους από τον Μπον Τζόβι.

BON abbreviation

Business Object Notation, notation for high-level object-oriented analysis. [..]

+ Προσθήκη

"BON" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το BON στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "Bon" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Bon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη